たんばん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποδίδω αύξοντα αριθμό (σε πακέτο, μήνυμα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
探番する
Παρόν (ευγενικό)
探番します
Άρνηση (απλή)
探番しない
Άρνηση (ευγενική)
探番しません
Παρελθόν (απλό)
探番した
Παρελθόν (ευγενικό)
探番しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
探番しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
探番しませんでした
Τε-μορφή
探番して
Δυνητική
探番できる
Προστακτική
探番しろ
Βουλητική
探番しよう
Υποθετική (ば)
探番すれば