接ぐ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: つぐ
- 01 ενώνω, συνδέω (ύφασμα, ξύλο κ.ά.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 接ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 接ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 接がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 接ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 接いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 接ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 接がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 接ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 接いで
- Δυνητική
- 接げる
- Προστακτική
- 接げ
- Βουλητική
- 接ごう
- Υποθετική (ば)
- 接げば
- Υποθετική (たら)
- 接いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 接ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 接ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 接ぎなさい
- Παθητική
- 接がれる
- Αιτιατική
- 接がせる