接しる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αρχαϊκό αγγίζω, έρχομαι σε επαφή, συνορεύω, εφάπτομαι, γειτνιάζω, πλησιάζω
- 02 αρχαϊκό υποδέχομαι (π.χ. επισκέπτη), εξυπηρετώ, φροντίζω, επιμελούμαι, διαχειρίζομαι, βλέπω
- 03 αρχαϊκό λαμβάνω (νέα), παίρνω, ακούω
- 04 αρχαϊκό συναντώ, συναντώ τυχαία
- 05 αρχαϊκό ακουμπώ, φέρνω σε επαφή, τοποθετώ δίπλα, πλησιάζω, συνδέω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 接しる
- Παρόν (ευγενικό)
- 接します
- Άρνηση (απλή)
- 接しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 接しません
- Παρελθόν (απλό)
- 接した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 接しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 接しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 接しませんでした
- Τε-μορφή
- 接して
- Δυνητική
- 接しられる
- Προστακτική
- 接しろ
- Βουλητική
- 接しよう
- Υποθετική (ば)
- 接しれば
- Υποθετική (たら)
- 接したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 接したい
- Απαγορευτική (~な)
- 接しるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 接しなさい
- Παθητική
- 接しられる
- Αιτιατική
- 接しさせる