せっしゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίταξη, κατάσχεση, δήμευση, δέσμευση, παρακράτηση (π.χ. προκαταβολής)

Κλίση

Παρόν (απλό)
接収する
Παρόν (ευγενικό)
接収します
Άρνηση (απλή)
接収しない
Άρνηση (ευγενική)
接収しません
Παρελθόν (απλό)
接収した
Παρελθόν (ευγενικό)
接収しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
接収しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
接収しませんでした
Τε-μορφή
接収して
Δυνητική
接収できる
Προστακτική
接収しろ
Βουλητική
接収しよう
Υποθετική (ば)
接収すれば