接客
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξυπηρέτηση πελατών, φροντίδα επισκεπτών, υποδοχή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 接客する
- Παρόν (ευγενικό)
- 接客します
- Άρνηση (απλή)
- 接客しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 接客しません
- Παρελθόν (απλό)
- 接客した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 接客しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 接客しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 接客しませんでした
- Τε-μορφή
- 接客して
- Δυνητική
- 接客できる
- Προστακτική
- 接客しろ
- Βουλητική
- 接客しよう
- Υποθετική (ば)
- 接客すれば
- Υποθετική (たら)
- 接客したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 接客したい
- Απαγορευτική (~な)
- 接客するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 接客しなさい
- Παθητική
- 接客される
- Αιτιατική
- 接客させる