せってき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσέγγιση του εχθρού
  2. 02 επαφή με τον εχθρό, εμπλοκή με τον εχθρό

Κλίση

Παρόν (απλό)
接敵する
Παρόν (ευγενικό)
接敵します
Άρνηση (απλή)
接敵しない
Άρνηση (ευγενική)
接敵しません
Παρελθόν (απλό)
接敵した
Παρελθόν (ευγενικό)
接敵しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
接敵しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
接敵しませんでした
Τε-μορφή
接敵して
Δυνητική
接敵できる
Προστακτική
接敵しろ
Βουλητική
接敵しよう
Υποθετική (ば)
接敵すれば