控えめに言う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μιλάω με αυτοσυγκράτηση, υποβαθμίζω, υποτιμώ τη σημασία κάποιου πράγματος, για να το θέσω μετριοπαθώς, τουλάχιστον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 控えめに言う
- Παρόν (ευγενικό)
- 控えめに言います
- Άρνηση (απλή)
- 控えめに言わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 控えめに言いません
- Παρελθόν (απλό)
- 控えめに言った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 控えめに言いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 控えめに言わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 控えめに言いませんでした
- Τε-μορφή
- 控えめに言って
- Δυνητική
- 控えめに言える
- Προστακτική
- 控えめに言え
- Βουλητική
- 控えめに言おう
- Υποθετική (ば)
- 控えめに言えば
- Υποθετική (たら)
- 控えめに言ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 控えめに言いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 控えめに言うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 控えめに言いなさい
- Παθητική
- 控えめに言われる
- Αιτιατική
- 控えめに言わせる