控えを取る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κρατώ αντίγραφο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 控えを取る
- Παρόν (ευγενικό)
- 控えを取ります
- Άρνηση (απλή)
- 控えを取らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 控えを取りません
- Παρελθόν (απλό)
- 控えを取った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 控えを取りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 控えを取らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 控えを取りませんでした
- Τε-μορφή
- 控えを取って
- Δυνητική
- 控えを取れる
- Προστακτική
- 控えを取れ
- Βουλητική
- 控えを取ろう
- Υποθετική (ば)
- 控えを取れば
- Υποθετική (たら)
- 控えを取ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 控えを取りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 控えを取るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 控えを取りなさい
- Παθητική
- 控えを取られる
- Αιτιατική
- 控えを取らせる