へん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό αλλάζω το αγαπημένο μου πρόσωπο (μέλος συγκροτήματος ειδώλων, χαρακτήρα άνιμε, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
推し変する
Παρόν (ευγενικό)
推し変します
Άρνηση (απλή)
推し変しない
Άρνηση (ευγενική)
推し変しません
Παρελθόν (απλό)
推し変した
Παρελθόν (ευγενικό)
推し変しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
推し変しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
推し変しませんでした
Τε-μορφή
推し変して
Δυνητική
推し変できる
Προστακτική
推し変しろ
Βουλητική
推し変しよう
Υποθετική (ば)
推し変すれば