ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σταματώ (κάτι), παύω, αφήνω κατά μέρος
  2. 02 αφήνω όπως είναι, αφήνω στην ησυχία του
  3. 03 εξαιρώ, αποκλείω

Κλίση

Παρόν (απλό)
措く
Παρόν (ευγενικό)
措きます
Άρνηση (απλή)
措かない
Άρνηση (ευγενική)
措きません
Παρελθόν (απλό)
措いた
Παρελθόν (ευγενικό)
措きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
措かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
措きませんでした
Τε-μορφή
措いて
Δυνητική
措ける
Προστακτική
措け
Βουλητική
措こう
Υποθετική (ば)
措けば