きくする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φουχτώνω (με τις δύο παλάμες)
  2. 02 συμπονώ, λαμβάνω υπόψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
掬する
Παρόν (ευγενικό)
掬します
Άρνηση (απλή)
掬しない
Άρνηση (ευγενική)
掬しません
Παρελθόν (απλό)
掬した
Παρελθόν (ευγενικό)
掬しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掬しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掬しませんでした
Τε-μορφή
掬して
Δυνητική
掬できる
Προστακτική
掬しろ
Βουλητική
掬しよう
Υποθετική (ば)
掬すれば