かかげる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναρτώ (π.χ. ανακοίνωση, πινακίδα), κρεμώ (π.χ. πανό), υψώνω (π.χ. σημαία), ανεβάζω, επιδεικνύω
  2. 02 κρατώ ψηλά, υψώνω πάνω από το κεφάλι μου
  3. 03 διακηρύσσω (π.χ. αρχή, σχέδιο), προβάλλω (π.χ. ιδανικό, σύνθημα), υποστηρίζω
  4. 04 δημοσιεύω, τυπώνω, φιλοξενώ (π.χ. άρθρο)
  5. 05 σηκώνω (π.χ. μανίκια), αναδιπλώνω
  6. 06 αρχαϊκό αναζωπυρώνω (π.χ. φωτιά, φλόγα), τροφοδοτώ, φουντώνω

Παραδείγματα

  • はたかかげる

    Σηκώνω τη σημαία.

  • 学校がっこう入口いりぐちに、あたらしいおらせをかかげました

    Αναρτήσαμε μια νέα ανακοίνωση στην είσοδο του σχολείου.

  • その政党せいとうは、国民こくみん生活せいかつゆたかにするという理念りねんかかげ、選挙せんきょたたかった。

    Αυτό το πολιτικό κόμμα έδωσε τη μάχη των εκλογών, προβάλλοντας ως ιδανικό την ευημερία των πολιτών.

Κλίση

Παρόν (απλό)
掲げる
Παρόν (ευγενικό)
掲げます
Άρνηση (απλή)
掲げない
Άρνηση (ευγενική)
掲げません
Παρελθόν (απλό)
掲げた
Παρελθόν (ευγενικό)
掲げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掲げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掲げませんでした
Τε-μορφή
掲げて
Δυνητική
掲げられる
Προστακτική
掲げろ
Βουλητική
掲げよう
Υποθετική (ば)
掲げれば