けいしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τοιχοκόλληση, ανάρτηση, δημοσιοποίηση (π.χ. μιας ανακοίνωσης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
掲出する
Παρόν (ευγενικό)
掲出します
Άρνηση (απλή)
掲出しない
Άρνηση (ευγενική)
掲出しません
Παρελθόν (απλό)
掲出した
Παρελθόν (ευγενικό)
掲出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掲出しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掲出しませんでした
Τε-μορφή
掲出して
Δυνητική
掲出できる
Προστακτική
掲出しろ
Βουλητική
掲出しよう
Υποθετική (ば)
掲出すれば