けいよう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έπαρση (π.χ. σημαίας), ανύψωση, ύψωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
掲揚する
Παρόν (ευγενικό)
掲揚します
Άρνηση (απλή)
掲揚しない
Άρνηση (ευγενική)
掲揚しません
Παρελθόν (απλό)
掲揚した
Παρελθόν (ευγενικό)
掲揚しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掲揚しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掲揚しませんでした
Τε-μορφή
掲揚して
Δυνητική
掲揚できる
Προστακτική
掲揚しろ
Βουλητική
掲揚しよう
Υποθετική (ば)
掲揚すれば