つかませる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω κάποιον να κρατήσει, κάνω κάποιον να αδράξει
  2. 02 δωροδοκώ, λαδώνω, εξαγοράζω
  3. 03 πασάρω, φορτώνω κάτι σε κάποιον, ξεφορτώνομαι κάτι σε κάποιον με πονηριά

Κλίση

Παρόν (απλό)
掴ませる
Παρόν (ευγενικό)
掴ませます
Άρνηση (απλή)
掴ませない
Άρνηση (ευγενική)
掴ませません
Παρελθόν (απλό)
掴ませた
Παρελθόν (ευγενικό)
掴ませました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掴ませなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掴ませませんでした
Τε-μορφή
掴ませて
Δυνητική
掴ませられる
Προστακτική
掴ませろ
Βουλητική
掴ませよう
Υποθετική (ば)
掴ませれば