つかみかかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ορμάω για να πιάσω, αρπάζομαι από, επιχειρώ να αδράξω

Κλίση

Παρόν (απλό)
掴みかかる
Παρόν (ευγενικό)
掴みかかります
Άρνηση (απλή)
掴みかからない
Άρνηση (ευγενική)
掴みかかりません
Παρελθόν (απλό)
掴みかかった
Παρελθόν (ευγενικό)
掴みかかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掴みかからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掴みかかりませんでした
Τε-μορφή
掴みかかって
Δυνητική
掴みかかれる
Προστακτική
掴みかかれ
Βουλητική
掴みかかろう
Υποθετική (ば)
掴みかかれば