つか

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρπάζω, συλλαμβάνω
  2. 02 αποκτώ, κατακτώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
掴み取る
Παρόν (ευγενικό)
掴み取ります
Άρνηση (απλή)
掴み取らない
Άρνηση (ευγενική)
掴み取りません
Παρελθόν (απλό)
掴み取った
Παρελθόν (ευγενικό)
掴み取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掴み取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掴み取りませんでした
Τε-μορφή
掴み取って
Δυνητική
掴み取れる
Προστακτική
掴み取れ
Βουλητική
掴み取ろう
Υποθετική (ば)
掴み取れば