ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αποστράγγιση λίμνης, λιμνοθάλασσας ή τάφρου (ειδικά για την απομάκρυνση ψαριών, τον καθαρισμό του νερού κ.λπ.)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα καθαρισμός πηγαδιού

Κλίση

Παρόν (απλό)
掻い掘りする
Παρόν (ευγενικό)
掻い掘りします
Άρνηση (απλή)
掻い掘りしない
Άρνηση (ευγενική)
掻い掘りしません
Παρελθόν (απλό)
掻い掘りした
Παρελθόν (ευγενικό)
掻い掘りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掻い掘りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掻い掘りしませんでした
Τε-μορφή
掻い掘りして
Δυνητική
掻い掘りできる
Προστακτική
掻い掘りしろ
Βουλητική
掻い掘りしよう
Υποθετική (ば)
掻い掘りすれば