ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παιδικό ξύσιμο
  2. 02 παιδικό φαγούρα, σημείο που προκαλεί κνησμό
  3. 03 καθομιλουμένη ψώρα, κνησμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
掻い掻いする
Παρόν (ευγενικό)
掻い掻いします
Άρνηση (απλή)
掻い掻いしない
Άρνηση (ευγενική)
掻い掻いしません
Παρελθόν (απλό)
掻い掻いした
Παρελθόν (ευγενικό)
掻い掻いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掻い掻いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掻い掻いしませんでした
Τε-μορφή
掻い掻いして
Δυνητική
掻い掻いできる
Προστακτική
掻い掻いしろ
Βουλητική
掻い掻いしよう
Υποθετική (ば)
掻い掻いすれば