てる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναδεύω, σκαλίζω (τη φωτιά), χτυπώ (ένα αυγό)
  2. 02 εγείρω (ενδιαφέρον, συναισθήματα κ.λπ.), υποκινώ, τροφοδοτώ, πυροδοτώ, εξάπτω, διεγείρω

Κλίση

Παρόν (απλό)
掻き立てる
Παρόν (ευγενικό)
掻き立てます
Άρνηση (απλή)
掻き立てない
Άρνηση (ευγενική)
掻き立てません
Παρελθόν (απλό)
掻き立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
掻き立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掻き立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掻き立てませんでした
Τε-μορφή
掻き立てて
Δυνητική
掻き立てられる
Προστακτική
掻き立てろ
Βουλητική
掻き立てよう
Υποθετική (ば)
掻き立てれば