ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ξύνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ιδρώνω
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα σκάβω, κωπηλατώ

Παραδείγματα

  • ねこ背中せなか

    Η γάτα ξύνει την πλάτη της.

  • あつくて、たくさんあせきました

    Έκανε ζέστη και ίδρωσα πολύ.

  • みんなのまえ失敗しっぱいして、はじいてしまいました。

    Έκανα λάθος μπροστά σε όλους και ντροπιάστηκα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
掻く
Παρόν (ευγενικό)
掻きます
Άρνηση (απλή)
掻かない
Άρνηση (ευγενική)
掻きません
Παρελθόν (απλό)
掻いた
Παρελθόν (ευγενικό)
掻きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掻かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掻きませんでした
Τε-μορφή
掻いて
Δυνητική
掻ける
Προστακτική
掻け
Βουλητική
掻こう
Υποθετική (ば)
掻けば