ぱら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κλέβω, αρπάζω, βουτάω, σηκώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
掻っ払う
Παρόν (ευγενικό)
掻っ払います
Άρνηση (απλή)
掻っ払わない
Άρνηση (ευγενική)
掻っ払いません
Παρελθόν (απλό)
掻っ払った
Παρελθόν (ευγενικό)
掻っ払いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掻っ払わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掻っ払いませんでした
Τε-μορφή
掻っ払って
Δυνητική
掻っ払える
Προστακτική
掻っ払え
Βουλητική
掻っ払おう
Υποθετική (ば)
掻っ払えば