さら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αρπάζω και φεύγω, κλέβω, βουτάω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ξεθάβω, αφαιρώ με φτυάρι (άμμο, χώμα, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
掻っ攫う
Παρόν (ευγενικό)
掻っ攫います
Άρνηση (απλή)
掻っ攫わない
Άρνηση (ευγενική)
掻っ攫いません
Παρελθόν (απλό)
掻っ攫った
Παρελθόν (ευγενικό)
掻っ攫いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
掻っ攫わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
掻っ攫いませんでした
Τε-μορφή
掻っ攫って
Δυνητική
掻っ攫える
Προστακτική
掻っ攫え
Βουλητική
掻っ攫おう
Υποθετική (ば)
掻っ攫えば