みくしゃ

ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συνωστισμός, το να ωθείται κανείς μέσα σε πλήθος, συνωστισμένη κατάσταση
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τσαλάκωμα