みしだく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τσαλακώνω, ζουλάω
  2. 02 τρίβω επιμελώς, κάνω μασάζ (ειδικά σε σεξουαλικά πλαίσια)

Κλίση

Παρόν (απλό)
揉みしだく
Παρόν (ευγενικό)
揉みしだきます
Άρνηση (απλή)
揉みしだかない
Άρνηση (ευγενική)
揉みしだきません
Παρελθόν (απλό)
揉みしだいた
Παρελθόν (ευγενικό)
揉みしだきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
揉みしだかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
揉みしだきませんでした
Τε-μορφή
揉みしだいて
Δυνητική
揉みしだける
Προστακτική
揉みしだけ
Βουλητική
揉みしだこう
Υποθετική (ば)
揉みしだけば