てる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό τσαλακώνω, καταρρέω
  2. 02 πιέζω, πιέζω φορτικά, βιάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
揉み立てる
Παρόν (ευγενικό)
揉み立てます
Άρνηση (απλή)
揉み立てない
Άρνηση (ευγενική)
揉み立てません
Παρελθόν (απλό)
揉み立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
揉み立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
揉み立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
揉み立てませんでした
Τε-μορφή
揉み立てて
Δυνητική
揉み立てられる
Προστακτική
揉み立てろ
Βουλητική
揉み立てよう
Υποθετική (ば)
揉み立てれば