えが

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζωγραφίζω, σχεδιάζω, σκιαγραφώ
  2. 02 απεικονίζω, περιγράφω
  3. 03 φαντάζομαι, οραματίζομαι
  4. 04 σχηματίζω ένα συγκεκριμένο σχήμα (π.χ. την πορεία μιας ενέργειας, την εμφάνιση ενός αντικειμένου κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • えがきます

    Ζωγραφίζω μια εικόνα.

  • かれあかるい未来みらいえがいています。

    Αυτός οραματίζεται ένα λαμπρό μέλλον.

  • その画家がかは、ひと々のこころひび感情かんじょうをキャンバスにえがしました。

    Ο συγκεκριμένος ζωγράφος απεικόνισε στον καμβά του συναισθήματα που αγγίζουν την ψυχή των ανθρώπων.

Κλίση

Παρόν (απλό)
描く
Παρόν (ευγενικό)
描きます
Άρνηση (απλή)
描かない
Άρνηση (ευγενική)
描きません
Παρελθόν (απλό)
描いた
Παρελθόν (ευγενικό)
描きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
描かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
描きませんでした
Τε-μορφή
描いて
Δυνητική
描ける
Προστακτική
描け
Βουλητική
描こう
Υποθετική (ば)
描けば