ていきょう

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσφέρω, παρέχω, προμηθεύω, διαθέτω, δωρίζω (αίμα, όργανα κ.λπ.)
  2. 02 χορηγώ (μια τηλεοπτική εκπομπή)

Παραδείγματα

  • このみせ料理りょうり提供ていきょうします

    Αυτό το μαγαζί προσφέρει φαγητό.

  • このウェブサイトは無料むりょう情報じょうほう提供ていきょうしています。

    Αυτή η ιστοσελίδα παρέχει πληροφορίες δωρεάν.

  • 弊社へいしゃは、お客様の多様たようなニーズにおこたえするため、高品質こうひんしつなサービスをつね提供ていきょうできるよう努力どりょくしています。

    Η εταιρεία μας προσπαθεί συνεχώς να παρέχει υπηρεσίες υψηλής ποιότητας για να ανταποκριθεί στις ποικίλες ανάγκες των πελατών μας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
提供する
Παρόν (ευγενικό)
提供します
Άρνηση (απλή)
提供しない
Άρνηση (ευγενική)
提供しません
Παρελθόν (απλό)
提供した
Παρελθόν (ευγενικό)
提供しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
提供しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
提供しませんでした
Τε-μορφή
提供して
Δυνητική
提供できる
Προστακτική
提供しろ
Βουλητική
提供しよう
Υποθετική (ば)
提供すれば