提灯ちょうちん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός πλέκω το εγκώμιο κάποιου, στηρίζω κάποιον, κρατώ φανάρι

Κλίση

Παρόν (απλό)
提灯を持つ
Παρόν (ευγενικό)
提灯を持ちます
Άρνηση (απλή)
提灯を持たない
Άρνηση (ευγενική)
提灯を持ちません
Παρελθόν (απλό)
提灯を持った
Παρελθόν (ευγενικό)
提灯を持ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
提灯を持たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
提灯を持ちませんでした
Τε-μορφή
提灯を持って
Δυνητική
提灯を持てる
Προστακτική
提灯を持て
Βουλητική
提灯を持とう
Υποθετική (ば)
提灯を持てば