がる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τηγανίζομαι
  2. 02 υψώνομαι (π.χ. σημαία), ανυψώνομαι στον αέρα (π.χ. πυροτεχνήματα), ανεβαίνω προς τον ουρανό
  3. 03 ξεχειλίζω (συναισθήματα), εντείνομαι (αισθήματα)
  4. 04 ξεχωρίζω, είμαι εντυπωσιακός, είμαι ευδιάκριτος
  5. 05 ανεβαίνω, πηγαίνω πάνω, έρχομαι πάνω, ανέρχομαι, υψώνομαι
  6. 06 βγαίνω (από το νερό), αποβιβάζομαι στη στεριά, ξεβράζομαι, σύρομαι στη στεριά ή στο πλοίο
  7. 07 επιπλέω στο νερό, αναδύομαι από τη θάλασσα (π.χ. πτώμα), βγαίνω στην επιφάνεια
  8. 08 ακούγομαι δυνατά, υψώνομαι δυνατά (φωνή)
  9. 09 εισέρχομαι σε συνοικία με κόκκινα φανάρια, διασκεδάζω σε συνοικία με κόκκινα φανάρια, επισκέπτομαι οίκο ανοχής

Κλίση

Παρόν (απλό)
揚がる
Παρόν (ευγενικό)
揚がります
Άρνηση (απλή)
揚がらない
Άρνηση (ευγενική)
揚がりません
Παρελθόν (απλό)
揚がった
Παρελθόν (ευγενικό)
揚がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
揚がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
揚がりませんでした
Τε-μορφή
揚がって
Δυνητική
揚がれる
Προστακτική
揚がれ
Βουλητική
揚がろう
Υποθετική (ば)
揚がれば