揚げる
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 τηγανίζω σε άφθονο λάδι, παρασκευάζω τηγανητό φαγητό
- 02 εκτοξεύω (πυροτεχνήματα κ.λπ.), υψώνω (π.χ. μια σημαία), πετώ (π.χ. έναν χαρταετό), πυροδοτώ
- 03 καλώ (για γκέισες κ.λπ.), προσκαλώ
- 04 βγάζω στη στεριά (π.χ. μια βάρκα), αποβιβάζομαι, μεταφέρω (κάτι) στην ξηρά
- 05 απορροφώ (νερό, π.χ. ένα φυτό), αντλώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 揚げる
- Παρόν (ευγενικό)
- 揚げます
- Άρνηση (απλή)
- 揚げない
- Άρνηση (ευγενική)
- 揚げません
- Παρελθόν (απλό)
- 揚げた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 揚げました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 揚げなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 揚げませんでした
- Τε-μορφή
- 揚げて
- Δυνητική
- 揚げられる
- Προστακτική
- 揚げろ
- Βουλητική
- 揚げよう
- Υποθετική (ば)
- 揚げれば
- Υποθετική (たら)
- 揚げたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 揚げたい
- Απαγορευτική (~な)
- 揚げるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 揚げなさい
- Παθητική
- 揚げられる
- Αιτιατική
- 揚げさせる