あし

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αρπάζω κάποιον από τα λόγια του, στήνω παγίδα σε κάποιον, βρίσκω ψεγάδια σε όσα λέει κάποιος

Κλίση

Παρόν (απλό)
揚げ足を取る
Παρόν (ευγενικό)
揚げ足を取ります
Άρνηση (απλή)
揚げ足を取らない
Άρνηση (ευγενική)
揚げ足を取りません
Παρελθόν (απλό)
揚げ足を取った
Παρελθόν (ευγενικό)
揚げ足を取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
揚げ足を取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
揚げ足を取りませんでした
Τε-μορφή
揚げ足を取って
Δυνητική
揚げ足を取れる
Προστακτική
揚げ足を取れ
Βουλητική
揚げ足を取ろう
Υποθετική (ば)
揚げ足を取れば