揚げ足取る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός εκμεταλλεύομαι ένα λεκτικό λάθος κάποιου, παγιδεύω κάποιον στα λόγια του, ψάχνω να βρω ψεγάδια σε αυτά που λέει κάποιος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 揚げ足取る
- Παρόν (ευγενικό)
- 揚げ足取ります
- Άρνηση (απλή)
- 揚げ足取らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 揚げ足取りません
- Παρελθόν (απλό)
- 揚げ足取った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 揚げ足取りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 揚げ足取らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 揚げ足取りませんでした
- Τε-μορφή
- 揚げ足取って
- Δυνητική
- 揚げ足取れる
- Προστακτική
- 揚げ足取れ
- Βουλητική
- 揚げ足取ろう
- Υποθετική (ば)
- 揚げ足取れば
- Υποθετική (たら)
- 揚げ足取ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 揚げ足取りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 揚げ足取るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 揚げ足取りなさい
- Παθητική
- 揚げ足取られる
- Αιτιατική
- 揚げ足取らせる