かん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναδιανομή γης, ανταλλαγή γης
  2. 02 αναδιανεμημένη γη, οικόπεδο ανταλλαγής

Κλίση

Παρόν (απλό)
換地する
Παρόν (ευγενικό)
換地します
Άρνηση (απλή)
換地しない
Άρνηση (ευγενική)
換地しません
Παρελθόν (απλό)
換地した
Παρελθόν (ευγενικό)
換地しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
換地しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
換地しませんでした
Τε-μορφή
換地して
Δυνητική
換地できる
Προστακτική
換地しろ
Βουλητική
換地しよう
Υποθετική (ば)
換地すれば