かんさん

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετατροπή (π.χ. γιεν σε δολάρια), αλλαγή, ανταλλαγή, μετατροπή (αριθμητική)

Κλίση

Παρόν (απλό)
換算する
Παρόν (ευγενικό)
換算します
Άρνηση (απλή)
換算しない
Άρνηση (ευγενική)
換算しません
Παρελθόν (απλό)
換算した
Παρελθόν (ευγενικό)
換算しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
換算しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
換算しませんでした
Τε-μορφή
換算して
Δυνητική
換算できる
Προστακτική
換算しろ
Βουλητική
換算しよう
Υποθετική (ば)
換算すれば