にぎにぎ

επίρρημα, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παιδικό σφιχτό κράτημα, πίεση
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα παιδικό ονιγκίρι, μπάλα ρυζιού
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη αποδοχή δωροδοκίας

Κλίση

Παρόν (απλό)
握々する
Παρόν (ευγενικό)
握々します
Άρνηση (απλή)
握々しない
Άρνηση (ευγενική)
握々しません
Παρελθόν (απλό)
握々した
Παρελθόν (ευγενικό)
握々しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
握々しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
握々しませんでした
Τε-μορφή
握々して
Δυνητική
握々できる
Προστακτική
握々しろ
Βουλητική
握々しよう
Υποθετική (ば)
握々すれば