にぎ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σφίγγω τα χέρια ο ένας του άλλου, συμπλέκω (π.χ. τα δάχτυλα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
握り合う
Παρόν (ευγενικό)
握り合います
Άρνηση (απλή)
握り合わない
Άρνηση (ευγενική)
握り合いません
Παρελθόν (απλό)
握り合った
Παρελθόν (ευγενικό)
握り合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
握り合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
握り合いませんでした
Τε-μορφή
握り合って
Δυνητική
握り合える
Προστακτική
握り合え
Βουλητική
握り合おう
Υποθετική (ば)
握り合えば