Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
握り手
にぎりて
握
握
にぎ
り
手
て
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
τσιγκούνης, σφιχτοχέρης
02
αυτός που φτιάχνει νιγκιρίζουσί
03
συντομογραφία
χειρολαβή, λαβή, πόμολο