にぎ

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατάω σφιχτά, σφίγγω, αρπάζω
  2. 02 έχω (την απάντηση), κρατάω (π.χ. τη λύση), είμαι το κλειδί, είμαι ο λόγος
  3. 03 καταλαμβάνω (την εξουσία), κρατάω (τα ηνία), κυριαρχώ, ελέγχω
  4. 04 φτιάχνω (νιγκιρίζουσι, ρυζόμπαλα κ.λπ.), σχηματίζω (με τα χέρια), πιέζω για να δώσω σχήμα, πλάθω

Παραδείγματα

  • ボールをにぎ

    Κρατάω μια μπάλα.

  • チャンスをしっかりにぎべきだ。

    Πρέπει να αρπάξεις γερά την ευκαιρία.

  • このくに将来しょうらいは、若者わかものたちのにぎられている。

    Το μέλλον αυτής της χώρας βρίσκεται στα χέρια των νέων.

Κλίση

Παρόν (απλό)
握る
Παρόν (ευγενικό)
握ります
Άρνηση (απλή)
握らない
Άρνηση (ευγενική)
握りません
Παρελθόν (απλό)
握った
Παρελθόν (ευγενικό)
握りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
握らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
握りませんでした
Τε-μορφή
握って
Δυνητική
握れる
Προστακτική
握れ
Βουλητική
握ろう
Υποθετική (ば)
握れば