あく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κράτημα, σύλληψη
  2. 02 λαβή (σπαθιού, όπλου, κ.λπ.), χειρολαβή

Κλίση

Παρόν (απλό)
握把する
Παρόν (ευγενικό)
握把します
Άρνηση (απλή)
握把しない
Άρνηση (ευγενική)
握把しません
Παρελθόν (απλό)
握把した
Παρελθόν (ευγενικό)
握把しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
握把しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
握把しませんでした
Τε-μορφή
握把して
Δυνητική
握把できる
Προστακτική
握把しろ
Βουλητική
握把しよう
Υποθετική (ば)
握把すれば