援用
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παράθεση (για την υποστήριξη επιχειρήματος), αναφορά (π.χ. σε προηγούμενο δεδικασμένο), επίκληση, αξίωση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 援用する
- Παρόν (ευγενικό)
- 援用します
- Άρνηση (απλή)
- 援用しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 援用しません
- Παρελθόν (απλό)
- 援用した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 援用しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 援用しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 援用しませんでした
- Τε-μορφή
- 援用して
- Δυνητική
- 援用できる
- Προστακτική
- 援用しろ
- Βουλητική
- 援用しよう
- Υποθετική (ば)
- 援用すれば
- Υποθετική (たら)
- 援用したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 援用したい
- Απαγορευτική (~な)
- 援用するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 援用しなさい
- Παθητική
- 援用される
- Αιτιατική
- 援用させる