揺ゆらぐ

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κουνιέμαι, ταλαντεύομαι, σείμαι, τρέμω
  2. 02 διστάζω, κλονίζομαι, γίνομαι ασταθής

Παραδείγματα

  • 風かぜで木きの葉はが揺ゆらぐ。

    Τα φύλλα των δέντρων κουνιούνται με τον αέρα.

  • 突然とつぜんの出来事できごとに、彼かれの心こころが少し揺ゆらいだ。

    Η ξαφνική εξέλιξη τον έκανε να διστάσει λίγο.

  • どんなに困難こんなんな状況じょうきょうでも、彼かれの決意けついが揺ゆらぐことはなかった。

    Όσο δύσκολη κι αν ήταν η κατάσταση, η αποφασιστικότητά του δεν κλονίστηκε ποτέ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
揺らぐ
Παρόν (ευγενικό)
揺らぎます
Άρνηση (απλή)
揺らがない
Άρνηση (ευγενική)
揺らぎません
Παρελθόν (απλό)
揺らいだ
Παρελθόν (ευγενικό)
揺らぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
揺らがなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
揺らぎませんでした
Τε-μορφή
揺らいで
Δυνητική
揺らげる
Προστακτική
揺らげ
Βουλητική
揺らごう
Υποθετική (ば)
揺らげば