揺ら揺ら
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ονοματοποιία λικνίζομαι, ταλαντεύομαι, κουνιέμαι, τρέμω, κυματίζω, τρεμοπαίζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 揺ら揺らする
- Παρόν (ευγενικό)
- 揺ら揺らします
- Άρνηση (απλή)
- 揺ら揺らしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 揺ら揺らしません
- Παρελθόν (απλό)
- 揺ら揺らした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 揺ら揺らしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 揺ら揺らしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 揺ら揺らしませんでした
- Τε-μορφή
- 揺ら揺らして
- Δυνητική
- 揺ら揺らできる
- Προστακτική
- 揺ら揺らしろ
- Βουλητική
- 揺ら揺らしよう
- Υποθετική (ば)
- 揺ら揺らすれば
- Υποθετική (たら)
- 揺ら揺らしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 揺ら揺らしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 揺ら揺らするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 揺ら揺らしなさい
- Παθητική
- 揺ら揺らされる
- Αιτιατική
- 揺ら揺らさせる