うご

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σειέμαι, τρέμω
  2. 02 ταλαντεύομαι, αιωρούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
揺り動く
Παρόν (ευγενικό)
揺り動きます
Άρνηση (απλή)
揺り動かない
Άρνηση (ευγενική)
揺り動きません
Παρελθόν (απλό)
揺り動いた
Παρελθόν (ευγενικό)
揺り動きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
揺り動かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
揺り動きませんでした
Τε-μορφή
揺り動いて
Δυνητική
揺り動ける
Προστακτική
揺り動け
Βουλητική
揺り動こう
Υποθετική (ば)
揺り動けば