揺り起こす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξυπνώ κάποιον κουνώντας τον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 揺り起こす
- Παρόν (ευγενικό)
- 揺り起こします
- Άρνηση (απλή)
- 揺り起こさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 揺り起こしません
- Παρελθόν (απλό)
- 揺り起こした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 揺り起こしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 揺り起こさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 揺り起こしませんでした
- Τε-μορφή
- 揺り起こして
- Δυνητική
- 揺り起こせる
- Προστακτική
- 揺り起こせ
- Βουλητική
- 揺り起こそう
- Υποθετική (ば)
- 揺り起こせば
- Υποθετική (たら)
- 揺り起こしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 揺り起こしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 揺り起こすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 揺り起こしなさい
- Παθητική
- 揺り起こされる
- Αιτιατική
- 揺り起こさせる