揺れ動く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σειέμαι, τρέμω, ταλαντεύομαι, τρεμοπαίζω
- 02 είμαι αναποφάσιστος, είμαι ασταθής, παρουσιάζω διακυμάνσεις, διστάζω (π.χ. ανάμεσα σε επιλογές), ταλαντεύομαι, πηγαινοέρχομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 揺れ動く
- Παρόν (ευγενικό)
- 揺れ動きます
- Άρνηση (απλή)
- 揺れ動かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 揺れ動きません
- Παρελθόν (απλό)
- 揺れ動いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 揺れ動きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 揺れ動かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 揺れ動きませんでした
- Τε-μορφή
- 揺れ動いて
- Δυνητική
- 揺れ動ける
- Προστακτική
- 揺れ動け
- Βουλητική
- 揺れ動こう
- Υποθετική (ば)
- 揺れ動けば
- Υποθετική (たら)
- 揺れ動いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 揺れ動きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 揺れ動くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 揺れ動きなさい
- Παθητική
- 揺れ動かれる
- Αιτιατική
- 揺れ動かせる