揺ゆれ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρέμουλο, δόνηση, σεισμική δόνηση, τρεμόπαιγμα
  2. 02 αβεβαιότητα, αστάθεια, δισταγμός, ταλάντευση
  3. 03 ύπαρξη πολλαπλών ορθογραφιών, προφορών, χρήσεων κ.λπ. για μια λέξη

Παραδείγματα

  • 揺れゆれを感かんじた。

    Ένιωσα ένα τρέμουλο.

  • 電車でんしゃの揺れゆれがひどくて、立たっているのが大変たいへんだった。

    Η κίνηση του τρένου ήταν τόσο έντονη που δυσκολεύτηκα να σταθώ όρθιος.

  • 社会情勢しゃかいじょうせいの揺れゆれが国民こくみんの生活せいかつに大おおきな影響えいきょうを与あたえている。

    Οι κοινωνικές αναταραχές επηρεάζουν σημαντικά τη ζωή των πολιτών.