そんじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βλάπτω, πληγώνω, τραυματίζω, προκαλώ ζημιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
損じる
Παρόν (ευγενικό)
損じます
Άρνηση (απλή)
損じない
Άρνηση (ευγενική)
損じません
Παρελθόν (απλό)
損じた
Παρελθόν (ευγενικό)
損じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
損じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
損じませんでした
Τε-μορφή
損じて
Δυνητική
損じられる
Προστακτική
損じろ
Βουλητική
損じよう
Υποθετική (ば)
損じれば