そんする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χάνω (χρήματα κ.λπ.), υφίσταμαι ζημία, χάνω μια ευκαιρία, βγαίνω χαμένος
  2. 02 σπαταλάω (τον χρόνο, τις προσπάθειές μου κ.λπ.), καθιστώ μάταιο, καταλήγω στο μηδέν, δεν οδηγώ πουθενά
  3. 03 νιώθω απογοητευμένος (π.χ. επειδή έχασα κάτι), υφίσταμαι μια (αντιληπτή) απώλεια, νιώθω αποκαρδιωμένος (π.χ. επειδή δεν πήγαν τα πράγματα όπως ήθελα), βγαίνω χαμένος
  4. 04 παρωχημένο βλάπτω, προκαλώ ζημιά, καταστρέφω, ερειπώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
損する
Παρόν (ευγενικό)
損します
Άρνηση (απλή)
損しない
Άρνηση (ευγενική)
損しません
Παρελθόν (απλό)
損した
Παρελθόν (ευγενικό)
損しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
損しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
損しませんでした
Τε-μορφή
損して
Δυνητική
損できる
Προστακτική
損しろ
Βουλητική
損しよう
Υποθετική (ば)
損すれば