搗く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ξεφλουδίζω (ρύζι, κριθάρι κ.λπ.), κοπανίζω (ρύζι), αλέθω (ρύζι), κονιορτοποιώ (μετάλλευμα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 搗く
- Παρόν (ευγενικό)
- 搗きます
- Άρνηση (απλή)
- 搗かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 搗きません
- Παρελθόν (απλό)
- 搗いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 搗きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 搗かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 搗きませんでした
- Τε-μορφή
- 搗いて
- Δυνητική
- 搗ける
- Προστακτική
- 搗け
- Βουλητική
- 搗こう
- Υποθετική (ば)
- 搗けば
- Υποθετική (たら)
- 搗いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 搗きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 搗くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 搗きなさい
- Παθητική
- 搗かれる
- Αιτιατική
- 搗かせる